Επιλογή Σελίδας

Το ινομύωμα αποτελεί καλοήθη όγκο της μήτρας ο οποίος αποτελείται από λείες μυϊκές ίνες και από μερικές ίνες συνδετικού ιστού. Τα ινομυώματα αποτελούν τους πλέον συχνούς όγκους της αναπαραγωγικής ηλικίας, ειδικότερα μετά την ηλικία των 35 ετών, όπου εμφανίζονται περίπου στο 15-20% των γυναικών. Είναι δυνατόν όμως να εμφανισθούν και σε αρκετά νεότερες γυναίκες καθώς και μετά την εμμηνόπαυση, αν και τότε τα ινομυώματα έχουν την τάση να υποστρέφουν, λόγω της μείωσης της οιστρογονικής επίδρασης. Επίσης παρατηρούνται συχνότερα σε άτοκες γυναίκες. Τα ινομυώματα μπορεί να είναι μονήρη αλλά συνηθέστερα είναι πολλαπλά, με διάμετρο που ποικίλει από λίγα χιλιοστά μέχρι πολλά εκατοστά.

Ο χρόνος που χρειάζεται ένα ινομύωμα για να αναπτυχθεί, δεν είναι γνωστός όπως και τα αίτια της ανάπτυξης τους. Ορισμένοι όμως παράγοντες φαίνεται να παίζουν κάποιο ρόλο. Τα οιστρογόνα π.χ. διεγείρουν την ανάπτυξη των ινομυωμάτων. Γυναίκες με ινομυώματα έχουν τέσσερις φορές μεγαλύτερο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του ενδομήτριου.
Τα ινομυώματα ανάλογα με τη θέση τους διακρίνονται σε τοιχωματικά, εφ’ όσον αναπ

ύσσονται αποκλειστικά στο τοίχωμα της μήτρας, σε υπορογόνια, εφ’ όσον αναπτύσσονται κυρίως προς τα έξω από το τοίχωμα της μήτρας, περιβαλλόμενα από ορογόνο χιτώνα και σε υποβλεννογόνια, εφ’ όσον προβάλλουν κυρίως προς την κοιλότητα της μήτρας, καλυπτόμενα από τον ενδομητρικό βλεννογόνο. Τα τραχηλικά ινομυώματα, λόγω της θέσης τους και εφ’ όσον το μέγεθος τους είναι μεγάλο, μπορεί να δημιουργήσουν δυσκολίες και επιπλοκές κατά την αφαίρεση τους. Μισχωτά μπορούν να είναι μόνο τα αμιγώς υποβλεννογόνια και τα αμιγώς υπορογόνια ινομυώματα.

Τα περισσότερα ινομυώματα δεν προκαλούν κανένα σύμπτωμα ακόμη και όταν έχουν αρκετά μεγάλο μέγεθος. Όταν καταλαμβάνουν ολόκληρη την κάτω κοιλία, πιθανόν να προκαλείται στη γυναίκα το αίσθημα βάρους ή διάτασης της κοιλίας ή να ψηλαφάται το ινομύωμα από την ίδια τη γυναίκα. Τα ιδιαίτερα μεγάλα ινομυώματα πιθανόν να ασκούν πίεση στο γαστρεντερικό σύστημα και να προκαλούν δυσπεψία και δυσκοιλιότητα. Εάν το ινομύωμα βρίσκεται σε γειτονία με την ουροδόχο κύστη, μπορεί να προκαλεί συχνουρία από πίεση. Άλγος επίσης εμφανίζεται κατά τη συστροφή ενός υπορογονίου μισχωτού ινομυώματος. Η αιμορραγία από τα γεννητικά όργανα είναι το κυριότερο σύμπτωμα των ινομυωμάτων. Τα υπορογόνια ινομυώματα δεν είναι αιτία αιμορραγίας.

Η διάγνωση των ινομυωμάτων γίνεται με την αμφίχειρη γυναικολογική εξέταση και με το υπερηχογράφημα. Το τελευταίο θα καθορίσει επακριβώς το μέγεθος και τη θέση του ινομυώματος, ιδιαίτερα σε σχέση με το ενδομήτριο.

Κατά την κύηση τα ινομυώματα έχουν ενοχοποιηθεί ως αίτιο αυτομάτων εκτρώσεων. Αυτό κυρίως συμβαίνει, όταν πρόκειται για υποβλεννογόνιο ινομύωμα. Ακόμη κατά την κύηση, τα ινομυώματα μπορεί να είναι εμπόδιο για κολπικό τοκετό, όταν αυτά εντοπίζονται στο κατώτερο τμήμα της μήτρας ή στον τράχηλο, οπότε δημιουργείται δυσαναλογία κεφαλής εμβρύου-πυέλου. Γενικώς κατά την κύηση, το μέγεθος των ινομυωμάτων αυξάνει μέχρι και στο διπλάσιο και πλέον του αρχικού, λόγω της δράσης των οιστρογόνων. Η χειρουργική αφαίρεση των ινομυωμάτων θα πρέπει να αποφεύγεται κατά την κύηση, διότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος αιμορραγίας, η οποία μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε υστερεκτομία. Για τον ίδιο λόγο, εάν κατά την εκτέλεση καισαρικής τομής ανακαλυφθεί ένα ινομύωμα, δεν θα πρέπει να επιχειρηθεί η αφαίρεσή του. Κύηση μετά εκπυρήνιση ινομυωμάτων επιτρέπεται συνήθως μετά από παρέλευση έξι μηνών.
Η θεραπευτική αντιμετώπιση των ινομυωμάτων εξαρτάται από δύο κύριους παράγοντες, την ύπαρξη συμπτωμάτων και το μέγεθος του ινομυώματος. Η θεραπεία μπορεί να είναι συντηρητική ή χειρουργική. Τ

α ινομυώματα πρέπει να χειρουργούνται, όταν προκαλούν συμπτώματα ανεξαρτήτως μεγέθους ή όταν το μέγεθος τους έχει αυξηθεί σημαντικά .Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, τα ινομυώματα αντιμετωπίζονται συντηρητικά με την κατά τακτά χρονικά διαστήματα, συνήθως 6 μηνών, παρακολούθηση της γυναίκας για τυχόν αύξηση του μεγέθους τους. Το είδος της χειρουργικής επέμβασης εξαρτάται από την ηλικία της γυναίκας και από το εάν επιθυμεί να τεκνοποιήσει. Έτσι, σε σχετικά νέες γυναίκες, δηλαδή μικρότερες των 40 ετών ή γυναίκες μεγαλύτερες των 40 ετών, που δεν έχουν όμως τεκνοποιήσει, προτιμάται η αφαίρεση μόνο των ινομυωμάτων (εκπυρήνιση) και η διατήρηση της μήτρας. Αντίθετα, σε γυναίκες μεγαλύτερες των 40 ετών, που έχουν τεκνοποιήσει, προτιμάται η ολική υστερεκτομία.

Σήμερα, με την ανάπτυξη νεότερων τεχνικών, η αφαίρεση των ινομυωμάτων ιδιαίτερα σε νέες γυναίκες μπορεί να γίνει και μέσω λαπαροσκόπησης. Παραμένει όμως ως ερωτηματικό εάν μία τέτοια επέμβαση, πέρα από τα άμεσα πλεονεκτήματα της, είναι ασφαλής ως προς την αντοχή της ουλής της μήτρας για μελλοντική κύηση. Τα τελευταία χρόνια, έχει προταθεί η φαρμακευτική συρρίκνωση των ινομυωμάτων όμως το μειονέκτημα μιας τέτοιας θεραπείας είναι η επανάκτηση από το ινομύωμα μετά το πέρας της θεραπείας του μεγέθους, που είχε πριν από τη θεραπεία, μέσα στο επόμενο διάστημα των 4-6 μηνών.

ΚΛΕΙΣΤΕ ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΚΑΛΕΣΤΕ ΜΑΣ